Με αφορμή το διήγημα «Το ποτάμι» του Αντώνη Σαμαράκη από την συλλογή «Ζητείται ελπίς», το οποίο διδαχθήκαμε στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, θέλησα να εκφράσω κάποιες σκέψεις μου. Το διήγημα αυτό παρουσιάζει τον πόλεμο από την οπτική ενός στρατιώτη, ο οποίος νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει από τις αυστηρές εντολές, προκειμένου να νιώσει για λίγο ξανά άνθρωπος. Έτσι, αγνοώντας την εντολή πως απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, η οποία, αν παραβιαστεί, επιβάλλει ποινές, μπαίνει μέσα στο ποτάμι, όπου και νιώθει απόλυτη ξενοιασιά και ελευθερία. Ωστόσο, μέσα στο νερό παρατηρεί έναν άλλον στρατιώτη, για τον οποίο δεν ξέρει αν είναι από το δικό του ή το αντίπαλο στρατόπεδο. Στην συνέχεια, όταν καταλαβαίνει πως έχει μπροστά του έναν αντίπαλο, κρατά το όπλο του και σημαδεύει προς αυτόν. Εκείνη την στιγμή όμως διστάζει να πατήσει την σκανδάλη. Διστάζει, γιατί συνειδητοποιεί πώς και οι δυό τους ήταν γυμνοί. Γυμνοί όχι μόνο από ρούχα, αλλά και από εθνικότητα και κάθε είδους έχθρα. Δεν γνώριζε ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, πως τον έλεγαν και από πού ήταν. Το μόνο που έβλεπε ήταν ένα γυμνό σώμα. Αυτές ήταν οι τελευταίες σκέψεις του στρατιώτη, καθώς ο αντίπαλος του δεν σκεφτόταν με τον ίδιο τρόπο.
Φτάνοντας την σύγχρονη πραγματικότητα, εδώ που ο πόλεμος ακόμη και σήμερα ταλαιπωρεί, βασανίζει και στερεί το αγαθό της ζωής από εκατομμύρια ανθρώπους, καταλαβαίνουμε πως δεν σταματά ποτέ να έχει καταστροφικές επιπτώσεις για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Πίσω από κάθε πόλεμο κρύβονται συνήθως οικονομικά συμφέροντα, εδαφικές διεκδικήσεις και ανάγκη για επίδειξη δύναμης. Όλα αυτά μας αποδεικνύουν την ματαιότητα ενός πολέμου. Ακόμη, θεωρώ, όπως κι όλοι οι νοήμονες άνθρωποι, πως είναι αναγκαίο να επικρατεί ειρήνη και ελευθερία, καθώς όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να ζουν την ζωή τους μακριά από την βιαιότητα, την καταστροφή και την σκληρή απώλεια που επιφέρει ένας πόλεμος. Τέλος, όλοι γνωρίζουμε πως ο πόλεμος κάνει τους ανθρώπους να χάσουν την οικογένειά τους, τους αγαπημένους τους ανθρώπους, μέχρι και όλο τον κόπο που έχουν καταβάλει, έτσι ώστε να ζήσουν αξιοπρεπώς την ζωή τους.
Παίρνοντας ως παράδειγμα την συμπεριφορά του πρωταγωνιστή, μπορούμε να φανταστούμε την συναισθηματική κατάσταση που βιώνει ένας στρατιώτης σαν και αυτόν. Εκείνη την στιγμή, που αποφάσισε να μην πατήσει την σκανδάλη, κάτι τον κράτησε πίσω. Μπορεί να υπάρχουν στιγμές, κατά τις οποίες και αυτοί νιώθουν την ανάγκη να ξεφύγουν από αυτή την σκληρή και επίπονη διαδικασία. Εξάλλου, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός πως και αυτοί είναι απλοί νέοι άνθρωποι με όνειρα και στόχους, τους οποίους όμως δεν πρόλαβαν να υλοποιήσουν, καθώς κάποιοι άλλοι αποφάσισαν γι’ αυτούς. Επίσης, μέσα από τις σκέψεις του στρατιώτη αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά πως οι διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους επικροτούν τον πόλεμο. Γι’ αυτό, χρειάζεται να αποδεχτούμε ότι ο καθένας από εμάς μπορεί να έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος, εθνικότητα ή χαρακτηριστικά, όμως στο τέλος αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε διαφορετικοί αλλά ταυτόχρονα ίσοι. Χρειάζεται όλοι να αναλογιζόμαστε και να σκεφτόμαστε πως η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου βρίσκεται κάπου πολύ πιο μακριά από το φύλο, την φυλή ή την εθνικότητα.
Επομένως, ο Α. Σαμαράκης, με αυτό το άκρως διαχρονικό και επίκαιρο διήγημα, καταφέρνει να μας περάσει ένα έντονο αντιπολεμικό μήνυμα. «Το ποτάμι» χρειάζεται να λειτουργεί ως υπενθύμιση προς όλους μας να σταματήσουμε να επικροτούμε οποιαδήποτε μορφή βίας. Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, να αγωνιζόμαστε για την ειρήνη και την ελευθερία, χωρίς να ξεχνάμε ότι πάνω απ’ όλα είμαστε άνθρωποι.
Η μαθήτρια της Γ Γυμνασίου
Δάφνη Κιούρα


